Μνημόσυνο, στην μνήμη των αδικοχαμένων Καλαβρυτινών Ηρώων 13/12/2020 ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ ΠΑΤΡΩΝ

Μνημόσυνο, στην μνήμη των αδικοχαμένων Καλαβρυτινών Ηρώων που εκτελέστηκαν, την 13/12/1943 από τα Γερμανικά στρατεύματα , τέλεστηκε σήμερα από τον ΠΑΓΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ,στον Ι Ν Αγίου Αλεξίου ,κεκλεισμένων των θυρών ,λόγω των μέτρων, για την πανδημία του covid-19.
Αιωνία τους η Μνήμη!
ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΚΑΛΑΒΡΎΤΩΝ

Νίκου Κ. Σακελλαρόπουλου

Πολυτελής έκδοση, δίτομο, έγχρωμες σελίδες και εξώφυλλο, θήκη προστασίας.

Υποψήφιο για βράβευση από την Ακαδημία Αθηνών.

Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων 

Τον Δεκέμβριο του 1943 διαπράχθηκε στα Καλάβρυτα και τη γύρω περιοχή ένα από τα πιο φρικτά εγκλήματα της παγκόσμιας ιστορίας, τεκμήριο και αποκορύφωμα της θηριωδίας των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. Εκτελέστηκαν εκατοντάδες άμαχοι, μεταξύ των οποίων και δωδεκάχρονα παιδιά. Αυτή η απάνθρωπη πράξη των Ναζί συγκλόνισε όλο τον κόσμο και τα Καλάβρυτα έγιναν παγκόσμιο σύμβολο ειρήνης και συναδέλφωσης των λαών.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» άρχισε στις 8-12-1943. Πρώτα εκτέλεσαν στους Ρωγούς 63 άτομα, στην Κερπινή 35, στη Ζαχλωρού 15, στο Μέγα Σπήλαιο 22 και γύρω στους 30 σε διάφορα άλλα μέρη. Την επομένη, στις 9 Δεκεμβρίου, μπήκαν στην πόλη των Καλαβρύτων για να ολοκληρώσουν το φρικτό έγκλημά τους.

Με την ευκαιρία της επετείου του ολοκαυτώματος παραθέτουμε αποσπάσματα από το βιβλίο του επιτίμου προέδρου του Συλλόγου μας Νίκου Σακελλαρόπουλου «Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων».

 

Η πιο μαύρη μέρα της κατοχής– Εκτελέσεις  13/12 /1943

«Οι Καλαβρυτινοί νεκροί, θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, πέθαναν όρθιοι για να ζήσουμε εμείς ελεύθεροι ». 

Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ

 

Στις 6.00 π.μ. άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες της πόλης με ασυνήθιστα γρήγορο ρυθμό. Ο κλητήρας της κοινότητας ανακοίνωσε ότι όλοι οι κάτοικοι έπρεπε να συγκεντρωθούν στο χώρο του δημοτικού σχολείου έχοντας μαζί τους μια κουβέρτα και τροφή για μια μέρα. Πάνω από 2.000 κάτοικοι βρέθηκαν στοιβαγμένοι γύρω από το χώρο του σχολείου. Εκεί γυναίκες, παιδιά και λίγοι υπερήλικες οδηγήθηκαν βίαια στις αίθουσες διδασκαλίας. Οι άνδρες από 15 ετών και πάνω οδηγήθηκαν στο προαύλιο. Έγιναν φυσικά και λάθη. Μεγαλόσωμα παιδιά, όπως ο δωδεκάχρονος Γιάννης Πένταρχος, οδηγήθηκαν στους άνδρες και κάποια μικροκαμωμένα άνω των δεκαπέντε ετών οδηγήθηκαν στις γυναίκες. Τραγική είναι η περίπτωση του δεκατριάχρονου Κίμωνα Φερλελή που ξέφυγε της προσοχής της μητέρας του, πήγε προς το μέρος των ανδρών και εκτελέστηκε.

 

 

 

 

 

 

 

K. Αθανασιάδης
Δρόμος Θυσίας

 

Τους άνδρες με τα μεγάλα παιδιά τους οδήγησαν στη συνέχεια στο κτήμα του Καπή. Μόνο τρεις άνδρες μπόρεσαν να ξεφύγουν κατά την «πορεία θανάτου». Μόλις οι συγκεντρωμένοι αντίκρισαν στο λόφο της Γαϊδουρόραχης στημένα τα πολυβόλα άρχισαν πλέον να ανησυχούν και ακολούθησε έντονος αναβρασμός. Ο Κωνσταντίνος Αθανασιάδης, ένας εκλεκτός άνθρωπος, που υπηρετούσε στο γυμνάσιο Καλαβρύτων ως καθηγητής Γαλλικών έκανε τον ακόλουθο διάλογο με τον επικεφαλής. (Το πιο πιθανό ο διάλογος να έγινε με τον  βασανιστή λοχία Τέννερ που γνώριζε ελληνικά και όχι με το διοικητή του εκτελεστικού αποσπάσματος λοχαγό Ακαμπχούμπερ. Τον Τέννερ αναφέρει ο διασωθείς Νικολαϊδης):

– Γιατί μας φέρατε; Θα μας σκοτώσετε;

– Όχι, έχετε το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής. Την πόλη θα την καταστρέψουμε, γιατί έρχονται οι αντάρτες, ανεφοδιάζονται και τη χρησιμοποιούν σαν καταφύγιο. Τον πληθυσμό θα τον μεταφέρουμε σε άλλο μέρος.

Μόλις ο Αθανασιάδης τα μετέφρασε αυτά, ηρέμησαν κάπως. Δεν μπορούσε ένας αξιωματικός να δίνει ψεύτικο όρκο στη στρατιωτική του τιμή. Κουράγιο παιδιά μου, φώναξε ο Παπα – Καλός. Ο Θεός είναι μεγάλος και οι βουλές του ανεξερεύνητες.

Ο υπολογαχός Ακαμπχούμπερ

Η ώρα θα ήταν 11.00π.μ., όταν ήρθε από την πόλη μια γερμανική ομάδα. Ο πρώτος της ομάδας πλησίασε τον Ακαμπχούμπερ και του έδωσε ένα χαρτί. Τότε εκείνος κάλεσε αμέσως τους διευθυντές των δύο τραπεζών (Εθνικής και Αθηναϊκής) και το διευθυντή του Ταμείου και τους έστειλε στην πόλη με συνοδεία δυο στρατιωτών. Όταν επέτρεψαν μετά τις 12.00μ.μ.ήταν κατακίτρινοι και σκυθρωποί. Τους πλησίασαν πολλοί και με αγωνία τους ρωτούσαν τι συνέβη.  Εκείνοι τους απάντησαν ότι οι Γερμανοί τους διέταξαν να ανοίξουν τα χρηματοκιβώτια και πήραν ό,τι υπήρχε μέσα, ενώ δεν παρέλειψαν να ληστέψουν και τους ίδιους, παίρνοντάς τους ρολόγια, δακτυλίδια, βέρες και ό,τι άλλο πολύτιμο αντικείμενο είχαν.

Αυτό τους δημιούργησε εκ νέου ανησυχία. Κάποιοι σκέφτηκαν να κάνουν επίθεση πάνω στα πολυβόλα. Φοβήθηκαν, όμως, για τη τύχη των οικογενειών τους που ήταν κλεισμένες στο σχολείο και συγκρατήθηκαν. Ξαφνικά μια πράσινη φωτοβολίδα φώτισε τον ορίζοντα. Οι εκτελεστές που ήταν ακροβολισμένοι ετοιμάστηκαν για το μακάβριο έργο τους. Ύστερα από λίγα λεπτά και μια κόκκινη φωτοβολίδα έσκισε τον ουρανό. Αμέσως άρχισαν τα μυδράλια να θερίζουν αθώους και απροστάτευτους ανθρώπους.

Π. Νικολαΐδης

Ένας από τους 13 διασωθέντες, ο Παν. Νικολαΐδης σε ραδιοφωνική του συνέντευξη μεταξύ των άλλων ανέφερε: «Κάποια στιγμή που βαδίζαμε προς το Γολγοθά με τον παπά Καλό του είπα: “Θα φύγουμε χωρίς τη Θεία Κοινωνία”. Εκείνος μου αποκρίθηκε: “Στις 4 το πρωί προσευχήθηκα για όλους μας, είμαστε έτοιμοι”. Όταν φθάσαμε στο χωράφι του Καπή είδαμε όλα τα γύρω υψώματα φρουρούμενα. Κάθε φυγή ήταν αδύνατος. Πλησίαζε η μοιραία στιγμή της πλέον μεγάλης τραγωδίας μας…Όλοι γίνονται ένας άμορφος σωρός μέσα σε ένα ποτάμι αίματος. Φωνές και κατάρες ακούγονται. “Ο μετά των πολλών θάνατος ουκ έστι θάνατος” φωνάζει ο δικηγόρος Γιωργαντάς. “Ζήτω η πατρίς φωνάζουν άλλοι”. Και σαν φωνή της νεμέσεως άτρομος εγείρεται όρθιος ο καθηγητής Αθανασιάδης, στον οποίο ο εγκληματίας Τέννερ  είχε δώσει το λόγο της τιμής του ότι ο πληθυσμός δεν θα πάθει τίποτα. “Φτούσου κτήνος” φώναξε, “που είναι κανίβαλε η στρατιωτική σου τιμή”. Δεν πρόλαβε να συνεχίσει όταν μια ριπή τον ξάπλωσε νεκρό. … Σπάραξε η καρδιά μου όταν άκουσα το Ντίνο Δημόπουλο, παιδί 12 χρονών, να φωνάζει  : “Βοήθεια εγώ είμαι μαθητής 12 χρονών και θέλω να ζήσω μη με σκοτώνετε”. Αλλά ένας πυροβολισμός ήταν η απάντηση και το άμοιρο παιδί έπεσε νεκρό…».

Μεταξύ των εκτελεσθέντων ήταν και ο γιατρός Χάμψας, που αγκαλιασμένος με τα δυο του παιδιά μόλις που πρόφτασε να πει: «Πεθαίνουμε γενναία και περήφανα, ζήτω η Ελλάδα μας», καθώς και ο  πρόεδρος του Σκεπαστού ο οποίος πήγε να αναζητήσει τους βοσκούς του χωριού του που και αυτοί φυσικά εκτελέστηκαν.

 

Τόπος θυσίας Ο ποτισμένος με αίμα λόφος του Καπή.

 

Οι Γερμανοί δεν ήθελαν να γλιτώσει κανένας και με τα περίστροφα στα χέρια άρχισαν τις χαριστικές βολές. Μόλις τελείωσε το μακάβριο έργο τους, σαν «τροπαιούχοι νικητές» άρχισαν να τραγουδούν το τραγούδι «Λιλί Μαρλέν».

Επέζησαν δεκαπέντε τραυματισμένοι εξαιτίας του ότι καταπλακώθηκαν από άλλα πτώματα και το πρόσωπό τους ήταν βαμμένο κόκκινο από τα αίματα. Την κρίσιμη στιγμή μπόρεσαν να κρατήσουν την αναπνοή τους, για να γλιτώσουν από τη χαριστική βολή, όπως ο 17χρονος Αργύρης Φερλελής με τραύματα στο κεφάλι και στα χέρια που δίπλα του κείτονταν νεκροί ο πατέρας του και δύο αδελφάκια του. Δύο απ’ αυτούς, οι Δημήτρης Καλδίρης και Χαράλαμπος Αδαμόπουλος υπέκυψαν στα τραύματά τους μετά από δύο με τρεις ημέρες. Έτσι, στην πραγματικότητα οι διασωθέντες ήταν 13.

 

Οι οικογένειες με τα περισσότερα θύματα ήταν α) του Παναγιώτη Φερλελή, εκτελέστηκε ο ίδιος και τέσσερα παιδιά του: Χρήστος, Αλέξης, Νίκος και Δημήτρης. β) του Ιωάννου Κυλαδίτη εκτελέστηκε ο ίδιος και τρία παιδιά του: Νίκος ετών 19, Λεωνίδας ετών 19, Δημήτρης ετών 18. γ) Του Νίκου Χοντρονικόλα Εκτελέστηκε ο ίδιος και τρία παιδιά του: Αντώνης 19 ετών, Γιώργης 17 και Χρήστος 14.

 

 

 

Οι εκτελεσθέντες Π. Φερλελής και τα τρία από τα τέσσερα παιδιά του: Χρήστος, Αλέξης και Νίκος. Λείπει ο Δημήτρης που και αυτός εκτελέστηκε I. Κυλαδίτης με τα παιδιά του Νίκο, Λεωνίδα, Δημήτρη. Ν. Χονδρονικόλας με τα παιδιά του Αντώνη, Γιώργη και Χρήστο.

Ανάμεσα στους Γερμανούς ήταν μάλλον και κατάπτυστοι Έλληνες προδότες ντυμένοι με γερμανικές στολές. Όπως αποκαλύπτει ο Βασιλειάδης, οι Γερμανοί γνώριζαν πολλά, που οπωσδήποτε τα είχαν πληροφορηθεί από συνειδητούς καταδότες ή από δειλούς που φοβόντουσαν για τη ζωή τους.

Τα πιο τραγικά θύματα: Οι Μαθητές του Γυμνασίου.

«Άφτιαστο και αστόλιστο του χάρου δεν σε δίνω

Στάσου με τ’ ανθόνερο την όψη σου να πλύνω»

Κ. Παλαμάς

Οι Γερμανοί αφού δεν μπόρεσαν να καταφέρουν κανένα χτύπημα στους αντάρτες, εγκληματικά και θρασύδειλα δεν δίστασαν να εκτελέσουν ακόμα και ανήλικα παιδιά, μαθητές του γυμνασίου. Με τα καυτά δάκρυά τους τα έπλυναν οι μάνες τους και τα αδερφάκια τους.

Σ’ αυτό το θέμα είναι αποκαλυπτικό το βιβλίο του Χρίστου Φωτεινόπουλου «Το σχολείο στο εκτελεστικό απόσπασμα», από κει και οι φωτογραφίες των πιο τραγικών θυμάτων.

Κ. Αλεξόπουλος,

ετών 14

Βίκτ. Αναστασόπουλος,

ετών 17

Δ. Δημόπουλος, ετών 16 Θ. Δημόπουλος, ετών 15 Κ. Δημόπουλος, ετών 17
Β. Δούρος, ετών 15 Κ. Ζωϊτόπουλος, ετών 18 Σ. Καποτάς, ετών 17 Α .Καραγιάννης, ετών 19 Σ. Κατσίνης, ετών 17
 

 

Γ. Κόκκαλης, ετών 17 Π. Κολιόπουλος ετών 16 Δ. Κυλαδίτης, ετών 18 Λ. Κυλαδίτης, ετών 21 Ν. Κυλαδίτης, ετών 16
Χ. Κυριακίδης, ετών 19 Γ. Λυμπέρης, ετών 17 Α. Μπαλαλάς, ετών 14 Φ. Μπαλαλάς, ετών 17 Β .Μπράτσικας, ετών 15
 

 

 

Π.Παπαβασιλό- πουλος, ετών 16 Α. Πόλκας, ετών 17 Σ. Πρίμπας, ετών 16 Κ. Ρήγας, ετών 17 Π. Ροδόπουλος, ετών 15
Θ. Τζόβολος, ετών 18 Ν. Τζόβολος, ετών 15 Α. Φιλιππακόπουλος, ετών 19 Δ. Χάμψας, ετών 18 Α. Χονδρονικόλας, ετών 19
 

 

 

Γ. Χονδρονικόλας, ετών 17 Χ. Χονδρονικόλας, ετών 15 Ν. Παπασταύρου, ετών 16 Γ. και Δ. Κουτσούρης. Σ. Κολλιόπουλος, ετών 19
Π. Κολλιόπουλος, ετών 16 Γ. Παπασταύρου, ετών 18

 

Τα γυναικόπαιδα στο σχολείο

Μέσα στις αίθουσες του σχολείου ακολούθησαν σκηνές αλλοφροσύνης, καθώς όλο και περισσότερα άτομα σπρώχνονταν και η κατάσταση γινόταν πια ασφυκτική. Γυναίκες και παιδιά ούρλιαζαν, μωρά σπάραζαν στο κλάμα. Μια εικόνα κολάσεως.

Δημοτικό σχολείο.

Τα παράθυρα του σχολείου ήταν καλυμμένα με συρματόπλεγμα από τους Ιταλούς, που το χρησιμοποιούσαν ως φυλακή. Για να ηρεμήσει κάπως η κατάσταση, οι Γερμανοί διέδωσαν ότι οι άνδρες θα μεταφερθούν σε στρατόπεδο εργασίας. Σε λίγο άρχισαν να βάζουν φωτιά στα σπίτια. Όλη η πόλη λαμπάδιασε και σύννεφα καπνού υψώνονταν από παντού. Κάποιες λίγες γυναίκες και ανήμπορους γέρους που είχαν παραμείνει στα σπίτια τους τους έβγαζαν με το ζόρι έξω. Μια παράλυτη γυναίκα την άφησαν να καεί ζωντανή. Αυτή σέρνοντας το κορμί της έφτασε σε ένα παράθυρο μπόρεσε να αναρριχηθεί και να πέσει στο έδαφος. Το σπίτι της ευτυχώς ήταν ισόγειο.

Ο Βασίλης Αναστασόπουλος είχε κρυφτεί στο πατάρι του σπιτιού του. Την ώρα εκείνη γεννούσε η γυναίκα του και κατέβηκε να τη βοηθήσει. Λόγω του τοκετού το σπίτι δεν το πυρπόλησαν, αλλά αυτόν τον οδήγησαν στο σχολείο για εκτέλεση.

Στο μεταξύ η φωτιά πλησίαζε και ο καπνός άρχισε να κάνει πνιγηρό το χώρο. Ακολούθησαν σκηνές απερίγραπτης φρίκης. Όταν οι φλόγες πλησίαζαν στο σχολείο, ένα αλλόφρον πλήθος από γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους ρίχτηκε στην κεντρική πόρτα για να την ανοίξει. Το κακό ήταν ότι η σιδερένια πόρτα άνοιγε προς τα μέσα και το κατατρομαγμένο πλήθος την έσπρωχνε αντίθετα.

Η Ευσταθία Τζούδα, μαθήτρια τότε του γυμνασίου, που έζησε από κοντά τα γεγονότα, μας δίνει μια αποκαλυπτική εικόνα της φρικτής εκείνης στιγμής. Μεταξύ άλλων αναφέρει: «Οι φλόγες μας πλησιάζουν, μας περιζώνουν. Ο τρόμος σφίγγει τα χείλη μας. Είμαστε ανήμπορες πια να κλάψουμε. Το βουβό όμως μοιρολόι της ψυχής μας, είναι πιο εξαντλητικό από όλα τα δάκρυα. Σαν βροντή ακούγεται μια φωνή που δυναμώνει από στόμα σε στόμα. «Φωτιά…μας καίνε. Φωτιά βάλανε στο υπόγειο. Παναγιά μου λυπήσου μας. Φωτιά…Τι αλαλαγμός, τι οδυρμός. Μας καίνε οι βάρβαροι οι Ούνοι. Ασφυξία, δεν αναπνέουμε πια. Θα καούμε ζωντανές. Τώρα δεν είμαστε τίποτα άλλο από ένα πλήθος εξαγριωμένο, που φωνάζει και χτυπάει τις πόρτες. Στιγμές φρίκης, γεμάτες πανικό και τρόμο. Ένα κύμα ανταριασμένο είμαστε, που        πηγαινοέρχεται,χωρίς,όμωςαποτέλεσμα».
Μια δασκάλα ονόματι Αγλαΐα κατάφερε να παραμερίσει το συρματόπλεγμα σ’ ένα παράθυρο και να σπάσει το τζάμι. Στη συνέχεια πήδηξε κάτω και τραυματίστηκε. Το παράδειγμά της ακολούθησαν και αρκετές άλλες, αφού και μητέρες έριχναν τα παιδιά τους από το παράθυρο, για να μπορέσουν να σωθούν.

»Όταν ακούσθηκαν οι πυροβολισμοί, διαδόθηκε αμέσως ότι εκτέλεσαν τους άνδρες. Μόλις τελικά οι πόρτες άνοιξαν, το πλήθος ξεχύθηκε έξω. Τέσσερις γριές βρέθηκαν κοντά στη μισανοιγμένη πόρτα, έπεσαν κάτω και πατήθηκαν από το πλήθος. Αργότερα μια απ’ αυτές, η Κρίνα Τσαβαλά, έχασε τη ζωή της».

 

Εικόνες από τη συμφορά των Καλαβρύτων

 

 Δραματική κατάσταση γυναικόπαιδων μετά τις εκτελέσεις

Ακολούθησαν σκηνές που δεν περιγράφονται. Μόλις μαθεύτηκε ότι εκτέλεσαν τους άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γέροι με σπαραγμούς και σε αλλόφρονα κατάσταση έφτασαν εκεί και αναζητούσαν, μέσα σε ένα σωρό από πτώματα, τα παιδιά τους, τους άνδρες τους, τα αδέρφια τους.

Από τις πρώτες που έφτασε στον τόπο της θυσίας ήταν η Μαριγώ Φερλελή. Εκτελέστηκαν ο άνδρας της και τα δύο παιδιά της. Το τρίτο ήταν από τους 13 που σώθηκαν. Ανέφερε με συγκλονιστικό τρόπο εκείνες τις τραγικές στιγμές που έζησε. Σε διηγήσεις της, με βουρκωμένα πάντα στα μάτια, μεταξύ των άλλων ανέφερε:

«Όταν βγήκα από το σχολείο κράταγα στα χέρια μου τον Αλέξη μου που ήταν τότε δέκα χρονών. Τα τρία άλλα παιδιά μου ήταν με τους άνδρες. Ο Κίμωνας που ήταν μόλις 13 χρονών την ώρα του χωρισμού έκλαιγε και ήθελε να πάει με τους άνδρες. Κάποια στιγμή μου ξέφυγε και πήγε στο μέρος των ανδρών. Όταν βγήκα από το σχολείο προσπάθησα να περάσω μέσα από τις φωτιές και να πάω στο σπίτι μου… Όταν έφτασα στην παλιά αστυνομία τα μάτια μου έπεσαν στο χωράφι του Καπή. Κοκκίνιζε όλο το πλάι… Έφτασα σπίτι μου που το είχαν περιζώσει οι φλόγες. Άφησα κει τον Αλέξη και βγήκα στου Τσιλίρα το αλώνι να αγναντέψω…Τότε είδα τους Γερμανούς να σέρνουν άνδρες και να τους πετάνε. Τότε κατάλαβα πως εκεί δεν ήταν κόκκινα ρούχα, αλλά άνδρες σκοτωμένοι…Τα παπούτσια μου είχαν χωθεί στο αίμα…Πήδαγα τα πτώματα, πάταγα και πάνω, χωρίς να θυμάμαι ποιοι ήσαν…πλησίασα το παιδί μου και αφού είδα πως δεν ήταν σοβαρά το ρώτησα.

-Που είναι, Αργύρη μου, ο Βασίλης μας;

– Νάτος, μάνα, μου λέει και μου έδειξε δίπλα του το πτώμα του.

Ο Κίμωνας που είναι;

-Να και ο Κίμωνας …τον άκουσα μάνα να φωνάζει στους Γερμανούς «Γιατί με σκοτώνετε μένα; Είμαι μικρός δεν έκανα τίποτα».

»Εν τω μεταξύ έφτασαν και άλλες γυναίκες. Τότε άρχισε ένα σύνθρηνο, που μεσουρανούσε… Οι γυναίκες με τα παιδιά τους σπάραζαν από το κλάμα. Ακούγονταν μοιρολόγια, κατάρες και ουρλιαχτά, που ανατρίχιαζες και πόναγε η καρδιά σου. Κάθε μια έψαχνε στο σωρό να βρει το δικό της. Ένα παλτό, ένα σακάκι, ένα καπέλο ήταν γνώριμα αντικείμενα αναγνωρίσεως των προσώπων. Γυναίκες που είχαν τρεις, τέσσερους, έξι νεκρούς τους μάζευαν όλους μαζί και άρχιζαν τα ουρλιαχτά.

 

»Τα μεσάνυχτα η σύζυγος του γιατρού Χάμψα βρισκόταν ακόμα  στον τόπο της εκτέλεσης. Σαν τη Νιόβη θρηνούσε τα δύο παιδιά της, που κρατούσε στην αγκαλιά, και δίπλα της είχε το σύζυγό της…»

 

Η μεταφορά των νεκρών.

Η Ευσταθία Τζούδα, μαθήτρια τότε αναφέρει: «Προχωρήσαμε στα χωράφια, στην παγωμένη γη καθόμαστε στο δέντρο και το μωράκι της αδερφής μου και οι γέροι και κάποια στιγμή-δεν θα ξεχάσω την κραυγή-μιας γυναίκα στο σπίτι της που ήταν κοντά στον τόπο της εκτέλεσης είδε όλο αυτό το μακελειό και άρχισε να φωνάζει «γυναίκες, σκοτώσανε τους άνδρες» και όταν έβγαινε η μάνα μου να βρούνε τον εκτελεσμένο αδελφό μου 21 χρόνων αντίκρισα 500 περίπου εκτελεσμένους και έτρεχα μέσα από τα αίματα στα χωράφια και στυλώθηκα σε ένα κορμό να δω για τελευταία φορά τον αδελφό μου».

 

«Θρήνος». Έργο του ζωγράφου Κων/νου Μαλλιά. «Θρήνος στα Καλάβρυτα». Έργο της Φωτεινής Παπαδημητρίου «Ο Θρήνος της Μάνας». Ξυλογραφία του Κύπριου ζωγράφου Τηλέμαχου Κάνθου

 

«Θρήνος των Καλαβρύτων». Χαρακτικό Σπύρου Βασιλείου. Σχετικό χαρακτικό του καλλιτέχνη Τάσου «Πονεμένη μάνα». Περίφημο έργο της Άννας Βαφειά.

 

Η ταφή των νεκρών

Το βράδυ της 13ης Δεκεμβρίου ελάχιστοι νεκροί είχαν ταφεί έστω και πρόχειρα. Οι δύστυχες χήρες και τα κατατρομαγμένα ορφανά με βάρδιες κάθονταν στον τόπο εκτέλεσης, για να προφυλάξουν τα πτώματα από τα πεινασμένα σκυλιά, που έπεφταν κατά κοπάδια πάνω στο νεκροταφείο να κατασπαράξουν τους νεκρούς. Την άλλη μέρα άρχισε το μακάβριο έργο. Πάνω σε κουβέρτες, κυρίως, έσερναν με σπαραγμό τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Πώς όμως να ανοίξουν τάφους; Δεν υπήρχαν εργαλεία, αφού όλα είχαν καεί. Χρησιμοποιώντας ξύλα ή με τα χέρια άνοιγαν μικρούς λάκκους και έριχναν πάνω λίγες χούφτες χώμα. Οι περισσότερες είχαν πάνω από ένα νεκρό. Μια από τις τραγικότερες περιπτώσεις ήταν μια μάνα που μαζί με την κόρη της προσπαθούσε να θάψει τα τρία παιδιά της, τον άνδρα της και τον αδερφό της.

Έπρεπε, όμως, να ταφούν! Η Αντιγόνη, αιώνιο σύμβολο, έθαψε τους νεκρούς αδερφούς της, αγνοώντας την προσταγή του Κρέοντα. Οι φονιάδες των Καλαβρύτων άφησαν άταφα τα θύματά τους και οι «Αντιγόνες» των Καλαβρύτων έπρεπε να θάψουν παιδιά, άνδρες, αδερφούς. Στη συνέχεια θα παρατεθούν αποσπάσματα από άτομα που έζησαν από κοντά τα γεγονότα και δίνουν αποκαλυπτικές εικόνες των τραγικών καταστάσεων.

Ο αείμνηστος Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φεφές, που ήταν 14χρονο παιδί τότε και συμμετείχε στο θάψιμο του πατέρα του και του αδερφό του, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Καλάβρυτα- Θύμησες» αναφέρει: «Ύστερα από το κουβάλημα το θάψιμο, πως; Με τι; Ποιο κουράγιο; Και μήπως ήταν ένας; Πολλές οικογένειες είχαν να θάψουν δύο και τρεις ή και πιο πάνω. Μια οικογένεια είχε πέντε νοματαίους…Δεν πρόκειται για ψυχρό θεατή ή ιστορικό μελετητή, αλλά για άνθρωπο που έζησε στα πρώτα εφηβικά του χρόνια-14χρονο παιδί τότε-μια τραγωδία ασύλληπτη σε περιγραφή. Ένα πόνο ασήκωτο σε βάρος. Έθαψε με τα χέρια του τον πατέρα του, τους φίλους του, τους συγγενείς του, τους γνωστούς, τους συμπατριώτες. Που μάζεψε με τις χούφτες του μυαλά σκορπισμένα. Που έσκαψε με τα νύχια του ομαδικούς τάφους. Που έπεσε χάμω αγκαλιαστά με τα πτώματα και έγινε ένα μ’ αυτά… που αντίκρισε σκηνές αλλοφροσύνης και είδε σκυλιά να ξεθάβουν και να τρώνε προσφιλείς νεκρούς…».

Ο Δημήτρης Καλδίρης γράφει: «Παρουσιάστηκαν και περιπτώσεις, που γυναίκες μάζευαν κομμένα πόδια, χέρια, χυμένα μυαλά για να φτιάξουν το σκελετό του αγαπημένου τους προσώπου, που ήταν παραμορφωμένο και αγνώριστο… Ήταν αδύνατο να κουβαλήσει στο νεκροταφείο μια μάνα πέντε παιδιά και τον άνδρα της. Έσχιζε το κορμί της γης με τα νύχια της για να σκεπάσει με λίγο χώμα την οικογένειά της… Το άνοιγμα των τάφων γινόταν με τα χέρια, με σκεπάρνια, με σκαλιστήρια με ό, τι βρισκόταν μπροστά τους…Κρατημένος από την ποδιά της άμοιρης μάνας μου κούρνιασα, μαζί με τα έξι ορφανεμένα αδέρφια μου, κάτω από ένα τσίγκο, για να περάσει η χειμωνιάτικη νύχτα…».

Ο Σπύρος Πολυδώρου αφηγείται: «Με ξύλα μυτερά ή με πέτρες κοφτερές ή με τα νύχια των χεριών οι αλαφιασμένες χήρες προσπαθούσαν να μισοκαλύψουν τους προσφιλούς τους νεκρούς…Ποιος μπορεί να αισθανθεί την αγωνία της χήρας Καλαβρυτινής μάνας με τη σκέψη, πού θα ξενυχτίσει τα ορφανά παιδιά της…Η πόλη, το σπίτι της ακόμα καπνίζει. Με τι θα σκεπάσει τα παιδιά της για να τα προστατεύσει από το βαρύ κρύο του Δεκεμβρίου; Με τι θα ξεγελάσει την πείνα, που αδυσώπητα ακολουθεί;…».

Η Φραντζέσκα Νίκα θυμάται: «Θυμάμαι συγκεκριμένα την Κελαϊδίτη. Είχα συμμαθητή ένα από τα παιδιά της. Ήταν τρία αγόρια, ο Λεωνίδας, ο Δημήτρης και δεν μπορώ να θυμηθώ το άλλο. Η μάνα του και η θεία τους καθόντουσαν από πάνω τους σαν χαμένες…Είπα σ’ αυτή τη γυναίκα πως ένας γιος της ήταν συμμαθητής μου και πως αν θέλει μπορώ να τη βοηθήσω να τον κατεβάσει. Αυτή με κοίταζε σα να μην καταλάβαινε τι της έλεγα. Της πήρα την κουβέρτα από τα χέρια και την έστρωσα κάτω. Της έδειξα πως μπορούμε να βάλουμε πάνω ένα παιδί και να το κατεβάσουμε κάτω. Με ακολούθησε σα χαμένη…κατεβάσαμε τον ένα της γιο. Μια θεία μου με είχε φωνάξει να τη βοηθήσω να κατεβάσει το ένα της παιδί το Σωτηράκη. «Έλα, παιδάκι μου, να με βοηθήσεις να κατεβάσουμε το Σωτηράκη μας κάτω».

Δημήτρης Αγιαννιτόπουλος εξιστορεί: «Νεκροί και ζωντανοί, γυναίκες, άνδρες και παιδιά γίνονται ένα. Σμίγει ο θάνατος με τη ζωή, ο πόνος με το αίμα… Τι φρικτό θέαμα, τι μίσος, τι παραφροσύνη. Να βλέπεις τον ανθό μιας πόλης ολάκερης, χωρίς ζωή, νεκρό, κατακρεουργημένο…Πρέπει όμως η ανείπωτη κι αβάσταχτη δοκιμασία της τραγικής κι ηρωίδας μάνας να συνεχιστεί. Πρέπει να ανέβει ένα- ένα όλα τα σκαλιά του Γολγοθά της. Και παίρνοντας δύναμη από την πίστη της και ζωή από της γης το αιματοποτισμένο χώμα… Μαζεύει μυαλά και ακρωτηριασμένα χέρια, πόδια, σπλάχνα και αίμα… με σπαραγμένη την ψυχή τρέχει μια άλλη αποστολή κι άλλο ιερό καθήκον για να αρχίσει. Κάπου σε κάποια καλύβα , σπηλιά ή ερημοκλήσι , μόνα, νηστικά και παγωμένα έχει αφήσει ό, τι της απόμεινε παρηγοριά κι ελπίδα. Ένα, δύο ή τρία μικρά παιδιά κλαίνε εκεί στη σκοτεινή και υγρή γωνιά. Τον πατερούλη ή τον αδελφούλη αναζητάνε…».

Η εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα» έγραψε την 1η Ιανουαρίου 1944: «..Ο νους του ανθρώπου σταματά στην χωρίς προηγούμενο τραγωδία των Καλαβρύτων. Και η πιο διεστραμμένη ψυχή δεν θα ήταν δυνατόν να συλλάβει την εκτέλεση κακουργήματος τέτοιας εκτάσεως. Ασφαλώς και τα θηρία της ζούγκλας, θα’ χαν περισσότερη καρδιά από τους Γερμανούς, όπως εμφανίστηκαν στα Καλάβρυτα. Παρόμοιο προηγούμενο συμπεριφοράς κατακτητών δεν βρίσκει κανείς ούτε στην ιστορία των πιο άγριων λαών…»

Γιατί αυτή η βαρβαρότητα;

Η 13η Δεκέμβρη 1943 αποτελεί ορόσημο αίσχους και ντροπής για τη γερμανική φυλή. Το έγκλημα που διαπράχθηκε είναι από τα πιο φρικιαστικά παγκοσμίως, διότι ο γερμανικός στρατός δεν  πολέμησε, δεν νίκησε τον αντίπαλο, αλλά επιτέθηκε κατά αόπλων και αθώων, αφού προηγουμένως τους εξαπάτησε με δόλιες και ψεύτικες υποσχέσεις, δίνοντας ακόμη και το λόγο της στρατιωτικής του τιμής. Διερωτάται κανείς πώς ένας λαός που ανέδειξε  έναν Γκαίτε ένα Μπετόβεν, έναν Κάντ και που τα πανεπιστήμια του είχαν λάμψει σκορπίζοντας το φως της γνώσης, έφτασε στο απόλυτο έγκλημα και σκόρπισε την απερίγραπτη φρίκη στην ανθρωπότητα. Γιατί τα παιδιά του λαού αυτού, έφτασαν στα βάθη μιας τέτοιας φοβερής και εγκληματικής αβύσσου; Η απάντηση έχει δοθεί από την κοινωνιολογία, την πολιτική επιστήμη και την ομαδική ψυχολογία: Υπήρξαν προϊόντα του ρατσισμού και του ολοκληρωτισμού. Οι ναζιστές που ανέβηκαν στην εξουσία  το 1933 μπόρεσαν και εμπότισαν το λαό με μια φρικιαστική ρατσιστική θεωρία, κάνοντάς τους όλους σχεδόν να πιστέψουν ότι είναι φυλετικά ανώτεροι, «υπεράνθρωποι», και ότι οι άλλοι λαοί είναι κατώτερα είδη, χωρίς αξία, χωρίς δικαιώματα, χωρίς πνευματικές ελευθερίες, άρα πρέπει να υπακούουν τυφλά στις εντολές τους.

Και το πιο τερατώδες στην ιδεολογία τους είναι η πεποίθησή τους ότι μερικές φυλές είναι «υπάνθρωποι» και πρέπει να εξαφανιστούν: Εβραίοι, τσιγγάνοι, ομοφυλόφιλοι και ορισμένα σλαβικά φύλα. Οι ψυχές κυρίως των νέων δηλητηριάστηκαν μεθοδικά με το μίσος και την άγρια φιλοδοξία της κατάκτησης. Γενικότερα, έγιναν πειθήνια όργανα ενός αρρωστημένου πολιτικού συστήματος, στο οποίο η λογική αντικαταστάθηκε από τον παραλογισμό και ο ανθρωπισμός από τη βαρβαρότητα. Τέτοια ιδεολογήματα συχνά βυθίζουν τον άνθρωπο στην περιοχή του κτήνους… Έτσι, η «δηλητηριώδης» αυτή θεωρία άρχισε να εφαρμόζεται στην πράξη, οδηγώντας τη Βέρμαχτ και τα Ες στη συνειδητή διάπραξη μαζικών εγκλημάτων χωρίς ίχνος ανθρωπισμού, επιλογή που εκφράστηκε και επίσημα σε επιστολή του Χίτλερ προς το Γιολντ που κυνικά ανέφερε: «Τι θα κάνετε αν έχετε να αντιμετωπίσετε την ακόλουθη περίπτωση. Τα γουρούνια αντάρτες είναι κλεισμένα μέσα σε ένα σπίτι και μέσα σ’ αυτό βρίσκονται επίσης παιδιά και γυναίκες. Επιτρέπεται ο στρατιώτης να πυρπολήσει το σπίτι ή όχι; Αν το πυρπολήσει θα κάψει μαζί και τους αθώους. Στην περίπτωση αυτή δεν γεννάται ζήτημα, θα πρέπει να το πυρπολήσει».

Σε μια συνέντευξή του ο Ιάκωβος Καμπανέλης είπε τα εξής αποκαλυπτικά:  «Ο ναζισμός δεν ήταν ιδέα ενός και μόνου διεστραμμένου εγκεφάλου. Ήταν η συμπύκνωση της νοσηρής πολιτικής αντίληψης εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων, φορέων του μικροβίου του ρατσισμού, του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας, της τελικής λύσης όλων των προβλημάτων με τη βία, τη φωτιά και το τσεκούρι… Και τώρα ο κίνδυνος δεν είναι η εμφάνιση ενός νέου Χίτλερ και η σπορά ενός άλλου μεγάλου πολέμου. Ο κίνδυνός είναι η αδιαφορία για τα αίτια που αναγεννούν τον ναζισμό και εν συνεχεία η απάθεια και η ανοχή για ένα φαινόμενο που μπορεί να εξελιχθεί σε μαζική διανοητική μόλυνση».

Τα φαινόμενα του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας παρατηρούνται πιο έντονα στις ημέρες μας, αφού τα τρέφουν τα ολέθρια παγκόσμια γεγονότα που κυριαρχούν. Αποτέλεσμα της πιο άγριας και βάρβαρης καπιταλιστικής πολιτικής που ακολουθεί η σχιζοφρενική μορφή της παγκοσμιοποίησης. Ο Χρίστος Φωτεινόπουλος μας δίνει μια άκρως αποκαλυπτική εικόνα. «Τα αίτια της αναβίωσης του ναζισμού σαφώς και δεν είναι μονοσήμαντα και μονοπαραγοντικά, αλλά πολλών ειδών, όπως ισχύει για κάθε κοινωνικό φαινόμενο ή ορθότερα κοινωνικό γεγονός. Ο φασισμός δεν επιβάλλεται απ’ έξω, αναδύεται από το κύτταρο της κοινωνίας μας, μπορεί να εκβλαστήσει από τον καθένα μας υπό προϋποθέσεις και κάτω από συνθήκες αποσύνθεσης της κοινωνίας μας. Είναι το τερατόμορφο είδωλο μιας κοινωνίας που σαπίζει. Αυτόν τον έρποντα φασισμό της “διπλανής πόρτας” του ξεπεσμένου φοβικού εαυτού μας  έχουμε χρέος να πολεμήσουμε πριν καταλάβει όλη μας την ύπαρξή την ατομική και συλλογική…»

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΚΑΛΑΒΡΎΤΩΝ

Νίκου Κ. Σακελλαρόπουλου

Πολυτελής έκδοση, δίτομο, έγχρωμες σελίδες και εξώφυλλο, θήκη προστασίας.

Υποψήφιο για βράβευση από την Ακαδημία Αθηνών.

 

Αποσπάσματα από μερικές κριτικές:

α) «Πραγματεύεται τα διάφορα θέματα με επάρκεια, ακριβολογία και υπευθυνότητα, πράγματα που διακρίνει κανείς μόνο σε συγγραφείς επιστημονικών έργωνΟι συμπατριώτες μας, τωρινοί και μεταγενέστεροι,  θα σας ευγνωμονούν». Αθανάσιος Φωτόπουλος πρώην καθηγητής ιστορίας Πανεπιστημίου Πατρών και τώρα πρόεδρος Ομίλου Πελοποννησιακών Σπουδών.

 

 β) «Προσφέρατε τα μέγιστα προς τον τόπον μας…». Μοναχός Μάξιμος Ιβηρίτης (τ. Πρωτεπιστάτης Αγίου Όρους-Συγγραφέας).

 

 γ)«…Αποτελεί πραγματικά επιστημονική συμβολή στην έρευνα…πρέπει να υποβληθεί στην Ακαδημία, με αίτημα τη βράβευσή του…». Επαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος, επίτιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ακαδημαϊκός (τ. Πρόεδρος).

 

δ) Πρόκειται για ένα συγγραφικό και εκδοτικό άθλο… επίτευγμα ενός σπάνιου και σημαντικού έργου… φέρει τη σφραγίδα της εκδοτικής τελειότητας, εγκυρότητας και αρτιότητας. Λογοτεχνική Επιθεώρηση Τέχνης και Γραμμάτων «Νουμάς»

 

ε) «…Αφήνει έκθαμβο τον αναγνώστη…». Νικ. Παπακωνσταντόπουλος συγγραφέας

 

 στ)« Ένας θησαυρός για την ιστορική και μαρτυρική Επαρχία των Καλαβρύτων»

Εφημερίδα «Πελοπόννησος»

 

ζ) «…Πολύτιμη πηγή ιστορικών, περιβαλλοντολογικών, δημογραφικών και λαογραφικών στοιχείων». Αθανάσιος Τζώρτζης ιστορικός ερευνητής.

 

η )«Σπουδαία παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές». Κων. Νικολόπουλος συγγραφέας

 

θ) «Έργο ζωής, σπουδαίο και μεγαλειώδες…Τα λόγια ωχριούν μπροστά στο μεγαλείο αυτού του σπουδαίου ιστορικού κειμένου…». Θεοδώρα Μαρούδα, συγγραφέας -δημοσιογράφος στην εφημερίδα “Γνώμη” Πατρών»